20 Δεκ 2009

ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΔΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ …“ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ ΠΟΥ ΜΠΛΟΓΚΑΡΕΙ”

image Με αφορμή το post ο Άγιος Βασίλης μπλογκάρει και την “παραλαβή” του “Ενθύμιον” του Γιώργου Θεοχάρη ως διαδικτυακό δώρο από τον φίλο, συνάδελφο και blogger Γιώργο Κατσαμάκη, και το ότι βρήκε “εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα ποιήματα αυτής της συλλογής, και θυμάται το κείμενό του για τον "Κακούργο", τον οποίο γνώρισε σε ένα γλέντι στον Ορχομενό πριν από χρόνια”, αυθόρμητα του έταξα να του το ανταποδώσω με ένα podcast-δώρο: τραγούδι με τον σύγχρονο ρεμπέτη Διστομίτη “Κακούργο” (Νίκο Παπά).
imageΓιορτινές ημέρες! Το δώρο θέλει μόνο φαντασία και διάθεση (χρήματα όχι απαραίτητα, ίσως μόνο σε μια μη εικονική πραγματικότητα για την αγορά του CD smile_regular).
Έτσι λοιπόν θα πρότεινα και θα δώριζα στους φίλους αναγνώστες αυτού του blog το CD “Συγγενείς και φίλοι” της “Ρεμπέτικης Κομπανίας” (που ανασυγκροτήθηκε για την ηχογράφηση 20 ρεμπέτικων τραγουδιών με την συμμετοχή των Δ. Σαββόπουλου και Δ. Σαμίου), και αφιερώνω στον vivliothekario αλλά και στον φίλο Γιώργο Θεοχάρη, τo τραγούδι “Φύγε Κακούργο” με τον Νίκο “Κακούργο” Παπά, και εύχομαι
Καλές Γιορτές,
Καλύτερες και δημιουργικότερες μέρες
για τον πολιτισμό, τις βιβλιοθήκες
και τις ζωές όλων μας
Γιώργου Θεοχάρη: ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΔΙΣΤΟΜΟΥ
Στην άκρη του μαρτυρικού Διστόμου, πλάι στο κοιμητήριο, ζει ο ρεμπέτης Νικόλαος Παππάς, ο επονομαζόμενος κακούργος. Η επωνυμία αυτή συνίσταται στο τρομερόν της όψεώς του, η οποία φέρει τον μελανόμορφον χρωματισμόν του παρακειμένου όρους Ξεροβούνα – εις το οποίον έδρασε ο λήσταρχος Νταβέλης – προδίδοντας την αγαθή ψυχή του, τόσο έντονα, ώστε να έρχεται στον νου μου εκείνο που ‘λεγε ο παπούλης μου: Μη τη ζητάς την εμορφιά μόνο σ’ αυτό που βλέπεις, να τη γυρεύεις πιο βαθιά σ’ εκείνο που δε βλέπεις.
Η ύπαρξη του εν λόγω Νίκου οφείλεται στο ότι η μητέρα του διέλαθε της κτηνωδίας των Γερμανών κατά την φοβερήν ημέρα της σφαγής, στις 10 Ιουνίου 1944 ή, κατά μία εκδοχή, επειδή η νύχτα πρόφτασε τους φονιάδες πριν μακελέψουν την δυτική πλευρά του χωριού, όπου και το πατρικό του. τώρα ταβέρνα.
Κάποιο απόγευμα Μαρτίου, όταν ο καρδιολόγος τον καθησύχασε πως η καρδιά του είναι μια χαρά και πως αδίκως ανησύχησε, ο Νίκος είπε: Εντάξει γιατρέ μου. Επιστρέφω λοιπόν στην εντατική του ούζου, και γύρισε στο Δίστομο μετρώντας καραφάκια. Το βράδυ άναψε τη φωτιά στη ψησταριά, ‘τοίμασε τις χωριάτικες σαλάτες, έριξε στη μεγάλη σχάρα τις μπριζόλες και τα παϊδάκια κι αφού διεκπεραίωσε το σερβίρισμα ανέβηκε στο πάλκο μετατρέποντας το μαγαζί σε κήπο. Τραγούδησε ένα-δυο αρχοντορεμπέτικα, έτσι για την εισαγωγή κι αμέσως γνωστοποίησε πως: από δω και πέρα δεν έχει απόπλου, είναι κλεισμένες πλέον οι αποβάθρες, πιάνοντας το μπουζούκι όπως γυναίκα που ποθείς και σέβεσαι. Η καύτρα του τσιγάρου του λαμπύρισε ανάμεσα στον μέσο και στον παράμεσο του δεξιού χεριού του διαγράφοντας τη ρυθμική τροχιά του τραγουδιού

Μάζεψε συ τα γιασεμιά, Γιωργίτσα μου
κι εγώ τα βελονιάζω…
εικονοποιώντας την εσωτερική του φλόγα. κι όταν επάνω στα ταξίμια οι χορδές δεν άντεξαν, γύρισε τη φωνή του σε άκρο μπάσο κι ιερουργώντας εκελάηδησε
Πίνω και μεθώ, ωχ! Αμάν
μέρα-νύχτα τραγουδώ
και το ντέρτι μου, ωχ! Αμάν
στο μπουζούκι μου ξεχνώ
κι ήταν σαν να σιχτίριζε όλους εμάς που τον ακούγαμε ή και σαν να μας έλεγε: Γλεντάτε, που να πάρει ο διάολος. έτσι κι αλλιώς δεν σταματάει μέσα μας ν’ ανοίγει τα λαγούμια του ο καρκίνος.

1 σχόλιο:

Γιώργος Κατσαμάκης είπε...

Κυρία μου,
σας βγάζω το καπέλο που σηκώσατε το γάντι και που δέσατε εύλογα τον Κακούργο με τις ευχές σας. Υγεία και δύναμη σε σένα, στη Βιβλιοθήκη, τους αναγνώστες της και τους αναγνώστες αυτού εδώ του blog.