1 Δεκ 2009

ΤΟ GOOGLE, ΟΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, ΤΟ ΙNTERNET, ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ

ΤΟ ΨΗΦΙΑΚΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

«Oταν διακήρυξαν ότι η βιβλιοθήκη θα περιελάμβανε όλα τα βιβλία, η πρώτη αντίδραση ήταν μια υπερβολική ευτυχία» έγραφε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Μια ανάλογη άμεση ευτυχία προκλήθηκε από τη διακήρυξη της ψηφιακής Βαβέλ του Google. Ολα τα βιβλία για όλους τους αναγνώστες, όπου και αν αυτοί βρίσκονται: ένα εκπληκτικό όνειρο που υπόσχεται οικουμενική πρόσβαση στη γνώση και στην ομορφιά. Δεν πρέπει όμως να χάνουμε τη λογική μας. Η μεταφορά της γραπτής κληρονομιάς από μια υλική υπόσταση σε μια άλλη δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Τον 15ο αιώνα η τυπογραφία ετέθη μαζικά στην υπηρεσία των ειδών που κυριαρχούσαν στον πολιτισμό του χειρογράφου. Στους πρώτους αιώνες της μετά Χριστόν εποχής η επινόηση του βιβλίου που εξακολουθούμε να γνωρίζουμε σήμερα, του κώδικα, με τα φύλλα, τις σελίδες και τα περιεχόμενά του, συνέλεξε σε ένα καινούργιο αντικείμενο τις χριστιανικές γραφές και τα έργα των ελλήνων και λατίνων συγγραφέων. Η Ιστορία δεν διδάσκει κανένα μάθημα παρά μόνο τα κοινά σημεία, και στις δύο αυτές περιπτώσεις όμως δείχνει κάτι ουσιαστικό για να κατανοήσουμε το παρόνότι το «ίδιο» κείμενο δεν είναι πια το ίδιο όταν αλλάζει το μέσο στο οποίο εγγράφεται και, επομένως, το ίδιο ισχύει και για τους τρόπους ανάγνωσης και την έννοια που του αποδίδουν οι νέοι αναγνώστες του.

Οι βιβλιοθήκες το γνωρίζουν, παρ΄ ότι ορισμένες από αυτές μπήκαν ή μπαίνουν ακόμη στον πειρασμό να κρατήσουν μακριά από τους αναγνώστες- δηλαδή να καταστρέψουν- τα έντυπα αντικείμενα των οποίων η διατήρηση φαίνεται να εξασφαλίζεται από τη μεταφορά τους σε ένα άλλο μέσο: το μικροφίλμ και τη μικροδιαφάνεια αρχικά, το ψηφιακό αρχείο σήμερα. Εναντίον αυτής της κακής πολιτικής πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το να προστατεύουν, να ταξινομούν και να καθιστούν προσιτά (και όχι μόνο για τους ειδικούς) τα κείμενα στις διαδοχικές ή ανταγωνιστικές μορφές στις οποίες τα διάβασαν οι αναγνώστες του παρελθόντος, ακόμη και ενός πρόσφατου παρελθόντος, παραμένει θεμελιώδες καθήκον των βιβλιοθηκών - και πρώτη αιτία της ύπαρξής τους ως ιδρυμάτων και τόπων ανάγνωσης.

Ας υποθέσουμε ότι τα τεχνικά και οικονομικά προβλήματα της ψηφιοποίησης έχουν λυθεί και ότι όλη η γραπτή κληρονομιά μπορεί να περάσει σε ψηφιακή μορφή. Η διατήρηση και η επικοινωνία των προηγούμενων μέσων της δεν θα καθίσταντο λιγότερο απαραίτητες. Αλλιώς η «υπερβολική ευτυχία» που υπόσχεται αυτή η- επιτέλους- υλοποιηθείσα Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας θα πληρωθεί με το μεγάλο τίμημα της αμνησίας των παρελθόντων που κάνουν τις κοινωνίες αυτό που είναι.
Αυτό ακόμη περισσότερο τη στιγμή που η ψηφιοποίηση των αντικειμένων του γραπτού πολιτισμού που εξακολουθεί να είναι δικός μας (το βιβλίο, το περιοδικό, η εφημερίδα) επιβάλλει μια μετάλλαξη πολύ πιο ισχυρή από εκείνη που επέβαλε η μετακίνηση από τα κείμενα σε κυλίνδρους στον κώδικα. Μου φαίνεται ότι το ουσιώδες εδώ είναι η βαθιά αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στο απόσπασμα και στο κείμενο.

Το όλον και το απόσπασμα

Τουλάχιστον ως σήμερα στον ηλεκτρονικό κόσμο η ίδια φωτεινή επιφάνεια της οθόνης του υπολογιστή είναι εκείνη που προσφέρει προς ανάγνωση τα κείμενα, όλα τα κείμενα, όποιο και αν είναι το είδος τους ή η λειτουργία τους. Ετσι διακόπτεται η σχέση που, σε όλους τους προηγούμενους γραπτούς πολιτισμούς, συνέδεε στενά αντικείμενα, είδη και χρήσεις. Αυτή η σχέση οργανώνει τις άμεσα αντιληπτές διαφορές ανάμεσα στους διαφόρους τύπους έντυπης δημοσίευσης και στις προσδοκίες των αναγνωστών τους, οι οποίοι καθοδηγούνται στην τάξη ή στην αταξία των λόγων από την υλική υπόσταση των μέσων που τους μεταφέρουν.

Αυτή η ίδια σχέση καθιστά ορατή τη συνοχή των έργων, επιβάλλοντας την αντίληψη της κειμενικής οντότητας, ακόμη και σε εκείνον ο οποίος θέλει να διαβάσει μόνο μερικές σελίδες. Στον κόσμο της ψηφιακής κειμενικότητας οι λόγοι δεν εγγράφονται πλέον σε αντικείμενα τα οποία επιτρέπουν να τους ταξινομήσουμε, να τους ιεραρχήσουμε και να τους αναγνωρίσουμε στην ταυτότητά τους. Είναι ένας κόσμος αποσπασμάτων αποκομμένων από το πλαίσιό τους, παρατιθέμενων, ανασυνθέσιμων, χωρίς να είναι απαραίτητη ή επιθυμητή η κατανόηση της σχέσης που τα εγγράφει στο γραπτό έργο από το οποίο έχουν αποκοπεί.
Θα αντιτάξει κανείς ότι αυτό ίσχυε πάντα στον γραπτό πολιτισμό, με τις συλλογές αποσπασμάτων και τις ανθολογίες. Στον πολιτισμό του εντύπου όμως ο διαμελισμός των κειμένων συνοδεύεται από το αντίθετό του: την κυκλοφορία τους σε μορφές οι οποίες σέβονται την ακεραιότητά τους και, μερικές φορές, τα συγκεντρώνουν σε «έργα», άπαντα ή όχι. Επιπλέον, στο ίδιο το βιβλίο, τα αποσπάσματα, απαραίτητα, υλικά, αποδίδονται σε ένα κειμενικό σύνολο, αναγνωρίσιμο ως τέτοιο.

Πολλές συνέπειες απορρέουν από αυτές τις διαφορές. Η ίδια η ιδέα της επιθεώρησης ή του περιοδικού καθίσταται αβέβαιη εφόσον η ανάγνωση των άρθρων δεν συνδέεται πλέον με την άμεση αντίληψη μιας εκδοτικής λογικής η οποία γίνεται ορατή από τη σύνθεση κάθε τεύχους αλλά οργανώνεται με βάση μια θεματική σειρά τίτλων. Και είναι βέβαιο ότι οι νέοι τρόποι ανάγνωσης, διακοπτόμενοι και τμηματικοί, καταρρίπτουν τις κατηγορίες που διείπον τη σχέση με τα κείμενα και τα έργα που είχαν σχεδιαστεί με βάση τη μοναδικότητα και τη συνοχή τους.

Η αγορά της πληροφορίας

Ακριβώς αυτές τις θεμελιώδεις ιδιότητες της ψηφιακής κειμενικότητας και της ανάγνωσης απέναντι στην οθόνη θέλει να εκμεταλλευθεί το εμπορικό σχέδιο του Google. Η αγορά του είναι η αγορά της πληροφορίας. Τα βιβλία, όπως και οι άλλες πηγές που μπορούν να περάσουν σε ψηφιακή μορφή, συνιστούν ένα τεράστιο κοίτασμα από όπου μπορεί να αντληθεί η πληροφορία. Οπως έγραψε ο Σεργκέι Μπριν, ένας από τους ιδρυτές της επιχείρησης, «υπάρχει μια φανταστική ποσότητα πληροφοριών στα βιβλία.Πολλές φορές όταν κάνω μια έρευνα,αυτά που βρίσκω μέσα σε ένα βιβλίο είναι εκατό φορές ανώτερα από αυτά που μπορώ να βρω σε έναν ηλεκτρονικό τόπο».

Από εδώ προκύπτει η άμεση και αφελής αντίληψη ότι κάθε βιβλίο, όπως κάθε βάση δεδομένων, παρέχει «πληροφορίες» σε όσους τις αναζητούν. Να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση αντλώντας κέρδος, αυτός είναι ο κύριος στόχος της καλιφορνέζικης επιχείρησης, και όχι να οικοδομήσει μια οικουμενική βιβλιοθήκη στη διάθεση της ανθρωπότητας.

Το Google δεν φαίνεται άλλωστε πολύ καλά εξοπλισμένο για να κάνει κάτι τέτοιο, αν κρίνουμε από τα πολλά λάθη χρονολόγησης, ταξινόμησης και ταυτοποίησης που παρατηρούνται στην αυτόματη εξαγωγή δεδομένων του. Για την αγορά της πληροφορίας αυτά τα αβλεπήματα είναι δευτερεύοντα. Αυτό που προέχει είναι ο ευρετηριασμός και η ιεράρχηση των δεδομένων και των λέξεων-κλειδιών και των τίτλων που επιτρέπουν να πάει κανείς όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στα έγγραφα με τις καλύτερες «επιδόσεις». Η κατοχή των τεχνολογιών που προσφέρουν στο Google ένα σχεδόν μονοπώλιο στη μαζική ψηφιοποίηση έχει εξασφαλίσει τη μεγάλη επιτυχία και τα παχυλά οφέλη αυτής της εμπορικής λογικής. Οδηγεί σε συμφωνίες- ήδη υπάρχουσες ή μελλοντικές- με τις μεγάλες βιβλιοθήκες του κόσμου αλλά και σε μια τεράστια ψηφιοποίηση χωρίς καμία ανησυχία για τον σεβασμό των πνευματικών δικαιωμάτων, όπως και στη σύσταση μιας γιγαντιαίας βάσης δεδομένων ικανής να απορροφήσει και αρχειοθετήσει τις πιο προσωπικές πληροφορίες για εκείνους που κάνουν χρήση των πολλαπλών υπηρεσιών που προσφέρει το Google. Η ρητορική της υπηρεσίας προς το κοινό και του οικουμενικού εκδημοκρατισμού δεν αρκεί για να εξαλείψει τις ανησυχίες που γεννούν οι επιχειρήσεις του Google. Τίποτε δεν εξασφαλίζει ότι στο μέλλον η επιχείρηση, ως μονοπώλιο, δεν θα επιβάλει σημαντικά δικαιώματα πρόσβασης ή συνδρομές παρά την ιδεολογία του κοινού καλού και των δωρέαν παροχών που διατυμπανίζει σήμερα.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετήσουμε τις συζητήσεις που θα γίνουν στο μέλλον.

Ο κ.Roger Chartier είναι ιστορικός,καθηγητής του Coll ge de France και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας.

via

Δεν υπάρχουν σχόλια: