5 Δεκ 2014

"Τα βιβλία που δεν γνωρίζουμε" ή Ο βιβλιοθηκάριος του Μούζιλ

Τα βιβλία που 8εν γνωρίζουμε

ΟΠΟΥ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ Θ’ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΛΙΤΟΤΕΡΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΝΑ ΕΧΕΙ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΕΝΑ Ή ΤΟ ΑΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟ -ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΩΣΤΕ ΚΑΙ ΧΑΣΙΜΟ ΧΡΟΝΟΥ- ΑΠ’ ΤΟ ΝΑ ΕΧΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΕΝΑΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΜΟΥΖΙΛ ΟΝΟΜΑΖΕΙ «ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ».

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΟΙ τρόποι μη ανάγνωσης. Ο πιο ριζοσπαστικός είναι να μην ανοίξει κάποιος κανένα βιβλίο. Αυτή η πλήρης αποχή αφορά πράγματι κάθε αναγνώστη για την πλειονότητα σχεδόν των εκδόσεων, και υπ’ αυτή την έννοια, όσο συστηματικά και αν επιδίδεται κανείς στο διάβασμα, συνιστά την κύρια σχέση μας με τον γραπτό λόγο. Δεν θα πρέπει δηλαδή να ξεχνάμε ότι ακόμη και ένας σπουδαίος βιβλιοκριτικός έχει πρόσβαση σ’ ένα απειροελάχιστο ποσοστό υπαρκτών βιβλίων. Και όμως αναγκάζεται διαρκώς -εκτός και αν αποφασίσει να σταματήσει οριστικά κάθε συζήτηση ή κάθε γραπτή κριτική- να εκφέρει άποψη για βιβλία που δεν έχει διαβάσει.

Εάν ωθήσουμε στα άκρα αυτή τη θέση, θα έχουμε την περίπτωση της ολοκληρωτικής μη ανάγνωσης, κατά την οποία ο αναγνώστης δεν θα άνοιγε ποτέ κανένα βιβλίο, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να αποτελεί εμπόδιο στο να τα γνωρίζει και να μιλάει γι’ αυτά. Πρόκειται για την περίπτωση του βιβλιοθηκάριου στο έργο Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, που είναι δευτερεύων χαρακτήρας στο μυθιστόρημα αλλά ουσιαστικός για το δικό μας θέμα, χάρη στη ριζοσπαστική του θέση και το θάρρος που επιδεικνύει καθώς δεν διστάζει να τη θεωρητικοποιήσει.

* * *

Το μυθιστόρημα του Μούζιλ εκτυλίσσεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, σε μια χώρα που ονομάζεται Κακάνια, χιουμοριστική μεταφορά της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Ένα πατριωτικό κίνημα, η «Παράλληλη Δράση», γεννήθηκε από την επιθυμία να εορταστεί με κάθε επισημότητα η επικείμενη επέτειος ενθρόνισης του Αυτοκράτορα και ταυτόχρονα να αποτελέσει ο εορτασμός αυτός ένα λυτρωτικό παράδειγμα για όλο τον κόσμο.
Οι υπεύθυνοι της Παράλληλης Δράσης, που παρουσιάζονται από τον Μούζιλ ως ένας θίασος γελοίων, αναζητούν νυχθημερόν μια «λυτρωτική ιδέα», την οποία μνημονεύουν διαρκώς, χρησιμοποιώντας μια εντελώς ασαφή φρασεολογία καθώς στην πραγματικότητα δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το ποια θα μπορούσε να είναι ούτε και για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ασκήσει, έξω από τα σύνορα της χώρας τους, μια σωτήρια δράση. Ανάμεσα στους υπευθύνους της Παράλληλης Δράσης, ένας από τους πιο γελοίους είναι ο στρατηγός Στουμ (Stumm: στα γερμανικά: μουγκός). Ο Στουμ δίνει όρκο ότι θα βρει πριν από τους άλλους αυτή τη λυτρωτική ιδέα και θα την προσφέρει στην εκλεκτή της καρδιάς του, τη Διοτίμα, άλλη εξέχουσα προσωπικότητα της Παράλληλης Δράσης:

Θα θυμάσαι ότι το έχω βάλει σκοπό να βρω τη λυτρωτική ιδέα που αναζητά η Διοτίμα και να την αποθέσω στα πόδια της. Όπως φαίνεται τελικά υπάρχουν πάρα πολλές σημαντικές σκέψεις, αλλά μία πρέπει να είναι η σημαντικότερη* λογικό δεν είναι; Το μόνο που χρειάζεται επομένως είναι να τις ταξινομήσω.

Γνωρίζοντας ελάχιστα σχετικά με την ανάπτυξη των ιδεών και τον χειρισμό τους, και ακόμη πιο αδαής ως προς τις διαδικασίες του πώς επινοούνται, ο στρατηγός αποφασίζει να μεταβεί στην αυτοκρατορική βιβλιοθήκη, τόπο ιδανικό, εκ πρώτης όψεως, για να εφοδιαστεί με περίεργες σκέψεις, προκειμένου να πληροφορηθεί για τις «δυνάμεις του εχθρού» και να υφαρπάξει με τον πιο οργανωμένο τρόπο την πρωτότυπη ιδέα που αναζητά.

* * *

Η επίσκεψη στη βιβλιοθήκη βυθίζει αυτό τον άνδρα, τον τόσο ελάχιστα εξοικειωμένο με τα βιβλία, σε μεγάλη αγωνία, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με μια γνώση για την οποία δεν έχει κανένα σημείο αναφοράς και που δεν μπορεί να την εξουσιάσει, τη στιγμή που ως στρατιωτικός έχει συνηθίσει να είναι κυρίαρχος:


Επιθεώρησα τον κολοσσιαίο αυτό θησαυρό βιβλίων και μπορώ να πω ότι δεν συγκλονίστηκα ιδιαίτερα: αυτές οι γραμμές βιβλίων δεν είναι χειρότερες από παρατεταγμένη φρουρά. Μόνο που ύστερα από λίγο έπρεπε να αρχίσω να λογαριάζω νοερά, κι αυτό είχε ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα. Βλέπεις, προηγουμένως είχα σκεφτεί πως, αν διάβαζα ένα βιβλίο την ημέρα, θα ήταν βέβαια πολύ κουραστικό, πλην όμως κάποτε θα τελείωνα και τότε θα μπορούσα να απαιτήσω μια ορισμένη θέση στην πνευματική ζωή, ακόμη και αν παρέλειπα μερικά. Τ ι νομίζεις όμως πως μου είπε ο βιβλιοθηκάριος όταν, καθώς ο περίπατός μας δεν έλεγε να τελειώσει, τον ρώτησα πόσους τόμους περιέχει αυτή η τρελή βιβλιοθήκη;! Τριάμισι εκατομ-μύρια τόμους!! Τώρα βρισκόμαστε, όπως είπε, περίπου στο επτακοσιοστό χιλιοστό βιβλίο, και από εκείνη τη στιγμή και πέρα δεν έπαψα στιγμή να λογαριάζω - δεν θα σε κουράσω, τα λογάριασα αργότερα και στο υπουργείο με χαρτί και μολύβι: κατ’ αυτό τον τρόπο θα χρειαζόμουν δέκα χιλιάδες χρόνια για να πραγματοποιήσω το σχέδιό μου!

Αυτή η συνάντηση με το άπειρο των πιθανών αναγνώσεων δεν είναι άσχετη με την ιδέα ότι θα πρέπει να αποθαρρύνεται η ανάγνωση. Πώς άραγε να μη σκεφτεί κανείς, αντιμετωπίζοντας τον αμέτρητο αριθμό των βιβλίων που εκδίδονται, ότι κάθε επιχείρηση ανάγνωσης, ακόμη και αν πολλαπλασιαστεί με όλα τα χρόνια μιας ζωής, είναι εντελώς μάταιη σε σύγκριση με το σύνολο των βιβλίων που θα παραμείνουν για πάντα άγνωστα;

Η ανάγνωση είναι πρώτα απ’ όλα η μη ανάγνωση, ενώ ακόμη και για τους πιο γνωστούς και αφιερωμένους αναγνώστες, η κίνηση της απόκτησης και του ανοίγματος ενός βιβλίου καλύπτει πάντα την αντίστροφη κίνηση η οποία, επειδή συντελείται την ίδια στιγμή, μας διαφεύγει. Πρόκειται για την ακούσια κίνηση της μη απόκτησης και του κλεισίματος όλων των βιβλίων που θα ήταν δυνατό να είχαν επιλεγεί αντί του εκλεκτού βιβλίου, μέσα σ’ έναν κόσμο με διαφορετική οργάνωση.

Μπορεί ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες να υπενθυμίζει τους όρους αυτού του πανάρχαιου γρίφου, όπου διασταυρώνεται ο πολιτισμός με το άπειρο, όμως ταυτόχρονα προτείνει και μία από τις πιθανές λύσεις του, όπως αυτή που υιοθέτησε ο βιβλιοθηκάριος του στρατηγού Στουμ. Πράγματι, ο άνθρωπος αυτός βρήκε τον τρόπο να προσανατολίζεται, αν όχι μέσα σε όλα τα βιβλία του κόσμου, τουλάχιστον στα εκατομμύρια των βιβλίων που διέθετε η βιβλιοθήκη του. Η τεχνική του είναι ιδιαίτερα απλή στη σύλληψη αλλά και απλή στην εφαρμογή της:


Καθώς δεν τον αφήνω αμέσως, ορθώνει ξάφνου το κορμί, ενώ τα παραπαίοντα παντελόνια του κυριολεκτικά δεν του χωρούν πια, και λέει με φωνή που τραβά με σημασία κάθε λέξη: «Κύριε στρατηγέ», λέει, «θέλετε να μάθετε πώς γνωρίζω όλα τα βιβλία; Αυτό βεβαίως μπορώ να σας το πω: τα γνωρίζω επειδή δεν διαβάζω κανένα!
 Ο στρατηγός μένει εμβρόντητος μπροστά σ’ αυτό τον παράξενο βιβλιοθηκάριο, ο οποίος φροντίζει επιμελώς να μη διαβάζει τίποτε, όχι από έλλειψη καλλιέργειας, αλλά αντίθετα για να γνωρίζει καλύτερα τα βιβλία του:
Ξέρεις, αυτό πια πραγματικά παραπήγαινε! Αλλά βλέποντας την κατάπληξή μου μού εξήγησε τι εννοούσε. Το μυστικό όλων των καλών βιβλιοθηκάριων είναι ότι από τα έργα που τους εμπιστεύονται δεν διαβάζουν ποτέ παραπάνω από τον τίτλο και τα περιεχόμενα. «Όποιος ανακατεύεται με το περιεχόμενο έχει χρεοκοπήσει ως βιβλιοθηκάριος!» με δίδαξε. «Δεν θα αποκτήσει ποτέ πλήρη εποπτεία!»Τον ρωτώ με κομμένη ανάσα: «Δηλαδή, δεν διαβάζετε ποτέ κανένα απ’ αυτά τα βιβλία *»«Ποτέ με εξαίρεση τους καταλόγους». «Μα είστε δόκτωρ;»«Βεβαίως. Και μάλιστα υφηγητής του πανεπιστημίου · διδάσκω βιβλιοθηκονομία. Η επιστήμη της βιβλιοθηκονομίας είναι επίσης μία επιστήμη αυτόνομη », εξήγησε. «Πόσα συστήματα νομίζετε, κύριε στρατηγέ» , με ρωτάει, «υπάρχουν, με βάση τα οποία τοποθετούνται και συντηρούνται τα βιβλία, ταξινομούνται οι τίτλοι τους, διορθώνονται τα τυπογραφικά λάθη και οι εσφαλμένες πληροφορίες στα εξώφυλλα και πρωτοσέλιδά τους και λοιπά
Έτσι, ο βιβλιοθηκάριος του Μούζιλ αποφεύγει συστηματικά να μπει μέσα στα βιβλία, για τα οποία, ωστόσο, δεν είναι καθόλου αδιάφορος, όπως θα μπορούσαμε να πιστέψουμε, και ακόμη λιγότερο εχθρικός. Αντίθετα, η αγάπη του για τα βιβλία –αλλά για όλα τα βιβλία- είναι αυτή που τον παρακινεί να περιοριστεί, με σύνεση, στην περιφέρεια τους από φόβο μήπως το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για ένα από αυτά τον οδηγήσει να παραμελήσει όλα τα υπόλοιπα.

* * *

Αυτή ακριβώς η ιδέα της «συνοπτικής θεώρησης» είναι, για μένα, εκείνο που κάνει τον βιβλιοθηκάριο να φαίνεται τόσο σοφός. Μπαίνω μάλιστα στον πειρασμό να μεταφέρω τα όσα λέει για τις βιβλιοθήκες σε ολόκληρο τον πολιτισμό: αυτός που ανακατεύεται πολύ με τα βιβλία είναι χαμένος και για τον πολιτισμό αλλά και την ανάγνωση. Διότι, λόγω του αριθμού των βιβλίων που υπάρχουν, χρειάζεται κανείς να επιλέξει ανάμεσα σ’ αυτή τη συνοπτική θεώρηση και στο κάθε βιβλίο ξεχωριστά. Με αποτέλεσμα κάθε ανάγνωση να ισοδυναμεί με απώλεια ενέργειας, κατά τη δύσκολη και χρονοβόρα προσπάθειά μας να κατακτήσουμε το όλον.

Η σύνεση της προσέγγισης του βιβλιοθηκάριου έγκειται κατ’ αρχάς στη σημασία που προσδίδει στην έννοια του συνόλου, υποδηλώνοντας ότι η πραγματική καλλιέργεια θα πρέπει να τείνει προς την πληρότητα και όχι να αρκείται στη συσσώρευση αποσπασματικών γνώσεων. Η αναζήτηση αυτής της σφαιρικότητας οδηγεί να έχουμε εξάλλου μια διαφορετική ματιά για το κάθε βιβλίο, μια ματιά που ξεπερνά την ιδιαιτερότητά του και ενδιαφέρεται για τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα.

Αυτές είναι και οι σχέσεις που θα πρέπει να προσπαθήσει να συλλάβει ο πραγματικός αναγνώστης, όπως σωστά το κατάλαβε ο βιβλιοθηκάριος του Μούζιλ. Όπως πολλοί συνάδελφοί του έτσι κι αυτός ενδιαφέρεται, πέρα και έξω από τα βιβλία, για τα βιβλία επί των βιβλίων:
Λέω ακόμα κάτι περί πινάκων δρομολογίων σιδηροδρόμων, οι οποίοι πρέπει να επιτρέπουν κάθε πιθανή σύνδεση και ανταπόκριση μεταξύ των σκέψεων, και τότε εκείνος με φοβερή ευγένεια προσφέρεται να με οδηγήσει στην αίθουσα των καταλόγων και να με αφήσει εκεί μόνο μου, παρότι απαγορεύεται, μόνο στους βιβλιοθηκάριους επιτρέπεται η είσοδος. Έτσι λοιπόν βρέθηκα πραγματικά στα άδυτα των αδύτων της βιβλιοθήκης. Σε διαβεβαιώ είχα την εντύπωση πως μπήκα στο εσωτερικό ενός κρανίου· γύρω γύρω τίποτε άλλο από εκείνα τα ράφια με τους περιστερώνες για τα βιβλία, και παντού σκάλες για να ανεβαίνεις ψηλά, και στα αναλόγια και στα τραπέζια τίποτε άλλο από κατάλογοι και βιβλιογραφίες, ξέρεις, η πεμπτουσία της γνώσης, και πουθενά ένα λογικό βιβλίο να διαβάσεις, αλλά μόνο βιβλία για βιβλία.
Ο καλλιεργημένος άνθρωπος, λοιπόν, θα πρέπει να προσπαθεί να κατανοήσει τις συνδέσεις και τις ανταποκρίσεις ανάμεσα στα βιβλία και όχι το κάθε βιβλίο ξεχωριστά, με τον ίδιο τρόπο που ο ελεγκτής σιδηροδρομικής κυκλοφορίας πρέπει να προσέξει τις σχέσεις μεταξύ των τρένων, τις συνδέσεις και τις ανταποκρίσεις τους, και όχι το περιεχόμενο του ενός ή του άλλου συρμού. Η δε εικόνα του κρανίου στηρίζει με τον καλύτερο τρόπο τη θεωρία σύμφωνα με την οποία, στον τομέα του πολιτισμού, οι σχέσεις μεταξύ των ιδεών έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από τις ιδέες αυτές καθαυτές.

Θα μπορούσε, ίσως, κάποιος να θεωρήσει προκλητική τη δήλωση του βιβλιοθηκάριου ότι δεν διαβάζει κανένα βιβλίο από τη στιγμή που δείχνει τόσο ενδιαφέρον για τα βιβλία που μιλούν για βιβλία, όπως είναι οι κατάλογοι. Ωστόσο, αυτοί οι τελευταίοι υπόκεινται σ’ ένα ιδιαίτερο καθεστώς καθώς, στην πραγματικότητα, περιέχουν μόνο λίστες, ενώ το πλεονέκτημά τους είναι ότι καταφέρνουν ν’ αποτυπώσουν στο χαρτί αυτή τη σχέση μεταξύ των βιβλίων, την οποία οφείλει να γνωρίζει όποιος επιθυμεί -λόγω της μεγάλης του αγάπης γι’ αυτά- να διαχειρίζεται ταυτόχρονα έναν μεγάλο αριθμό τους.

* * *

Αυτή η ιδέα της «συνοπτικής θεώρησης», στην οποία στηρίζει την προσέγγισή του ο βιβλιοθηκάριος, αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη σε πρακτικό επίπεδο, αφού επιλέγοντάς την ενστικτωδώς κάποιοι τυχεροί κατορθώνουν να ξεγλιστρούν, χωρίς πολλές απώλείες, από καταστάσεις όπου διαφορετικά θα συλλαμβάνονταν επ’ αυτοφώρω αδιάβαστοι.

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι το γνωρίζουν, ενώ οι ακαλλιέργητοι, για κακή τους τύχη, το αγνοούν, η κουλτούρα είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα προσανατολισμού. Καλλιεργημένος δεν είναι αυτός που έχει διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο αλλά εκείνος που μπορεί να βρει τον δρόμο του μέσα στο σύνολό τους και, άρα, γνωρίζει ότι συνθέτουν ένα σύνολο και είναι σε θέση να τοποθετήσει το κάθε στοιχείο σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα. Το εσωτερικό του βιβλίου προσλαμβάνει εδώ μικρότερη σημασία από το εξωτερικό του ή, για να το πούμε διαφορετικά, το εσωτερικό του γίνεται το εξωτερικό του, καθώς αυτό που μετράει σε κάθε βιβλίο είναι τα βιβλία που βρίσκονται δίπλα του.

Ως εκ τούτου, το να μην έχει διαβάσει κανείς κάποια βιβλία δεν είναι τόσο σημαντικό για τον καλλιεργημένο άνθρωπο, διότι μπορεί να μη γνωρίζει με ακρίβεια το περιεχόμενό τους, αλλά συνήθως είναι σε θέση να γνωρίζει την περίστασή τους, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο τα συγκεκριμένα βιβλία τοποθετούνται σε σχέση με τα υπόλοιπα. Η συγκεκριμένη διάκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο ενός βιβλίου και στην περίσταση μέσα στην οποία εντάσσεται είναι θεμελιώδης, καθώς αυτή είναι που επιτρέπει σ’ εκείνους που ο πολιτισμός δεν τους τρομάζει να μιλούν για οποιοδήποτε θέμα χωρίς δυσκολία.

Δεν «διάβασα», λοιπόν, ποτέ τον Οδυσσέα του Τζόυς και, απ’ όσο όλα δείχνουν, δεν πρόκειται να τον διαβάσω ποτέ και άρα το «περιεχόμενο» του βιβλίου μού είναι κατά πολύ άγνωστο. Το περιεχόμενο ναι, αλλά η περίσταση όχι. Μήπως, όμως, το περιεχόμενο ενός βιβλίου δεν είναι κατά πολύ η περίστασή του; Μ’ αυτό θέλω να πω ότι σε μια συζήτηση δεν αισθάνομαι σε καμία περίπτωση ότι δεν διαθέτω τα εφόδια να μιλήσω για τον Οδυσσέα, καθώς είμαι σε θέση να τοποθετήσω το βιβλίο με αρκετή ακρίβεια σε σχέση με τα υπόλοιπα. Ξέρω, λοιπόν, ότι πρόκειται για μια σύγχρονη εκδοχή του ομηρικού έπους,8 ότι ανήκει στο λογοτεχνικό ρεύμα της ροής της συνείδησης, ότι εκτυλίσσεται στο Δουβλίνο, μέσα σε μία ημέρα, κτλ. Γ ι’ αυτό άλλωστε συχνά στα μαθήματά μου αναφέρομαι στον Τζόυς χωρίς να τα χάνω καθόλου.

Και μάλιστα μπορώ να επικαλεστώ χωρίς ντροπή τη δική μου μη ανάγνωση του Τζόυς διότι, όπως θα δούμε στη συνέχεια αναλυτικά, οι αναφορές των βιβλίων που έχουμε διαβάσει στηρίζονται πάνω σ’ έναν συσχετισμό δυνάμεων. Πράγματι, η βιβλιοθήκη μου, όπως η βιβλιοθήκη κάθε πνευματικού ανθρώπου, είναι φτιαγμένη από κενά και τρύπες, γεγονός που στην πραγματικότητα δεν έχει μεγάλη σημασία, διότι είναι αρκετά πλούσια ώστε τα συγκεκριμένα κενά να μη γίνονται αντιληπτά τις λίγες μόνο στιγμές που χρειάζεται η συζήτηση για να γλιστρήσει από το ένα βιβλίο στο άλλο.

Τις περισσότερες φορές, παρά τα φαινόμενα, οι ανταλλαγές απόψεων για ένα βιβλίο δεν αφορούν μόνο το ίδιο, αλλά ένα πολύ ευρύτερο σύνολο που αποτελείται από όλα τα συγκεκριμένα βιβλία πάνω στα οποία στηρίζεται ένας πολιτισμός σε μια δεδομένη στιγμή. Ό,τι πραγματικά μετράει είναι όλο αυτό το σύνολο, το οποίο στο εξής θα ονομάσω συλλογική βιβλιοθήκη. Διότι, εάν υπάρχει κάτι που διακυβεύεται κάθε φορά που συζητούμε για βιβλία, είναι το πώς θα χειριστεί κανείς αυτή τη βιβλιοθήκη. Ωστόσο, αυτή η δεξιότητα είναι μια ικανότητα χειρισμού των σχέσεων και όχι του ενός ή του άλλου στοιχείου, και συνδυάζεται άριστα με την άγνοια ενός μεγάλου τμήματος του συνόλου.
Με τον τρόπο αυτόν, ένα βιβλίο παύει να μας είναι άγνωστο από τη στιγμή που εισέρχεται στον χώρο της αντίληψής μας, και το να μην γνωρίζουμε τίποτε για το βιβλίο αυτό δεν μας εμποδίζει καθόλου να το φανταστούμε ή να πούμε τη γνώμη μας. Και μόνο τα όσα φανερώνει ο τίτλος του ή μια φευγαλέα ματιά στο εξώφυλλό του αρκούν για να προκαλέσουν σ’ έναν καλλιεργημένο άνθρωπο μ’ ανήσυχο πνεύμα -προτού καν ανοίξει το βιβλίο- μια σειρά από αναπαραστάσεις και εντυπώσεις, που δεν αργούν να μεταμορφωθούν σε μια πρώιμη γνώμη, με τη βοήθεια της εικόνας που του παρέχει η γενική μόρφωση των βιβλίων συνολικά. Ούτως ώστε, ακόμη και η πιο στιγμιαία συνάντηση μ’ ένα βιβλίο, ακόμη και αν αυτό παραμείνει για πάντα κλειστό, μπορεί ν’ αποτελέσει για τον μη αναγνώστη την απαρχή μιας προσωπικής κατάκτησής του, ενώ θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι κάθε άγνωστο βιβλίο παύει στην ουσία να μας είναι άγνωστο από τη στιγμή που θα το συναντήσουμε.

* * *

Η ιδιαιτερότητα στη μη ανάγνωση του βιβλιοθηκάριου του Μούζιλ συνίσταται στο ότι η προσέγγισή του δεν είναι παθητική, αλλά ενεργητική. Αν πολυάριθμοι καλλιεργημένοι άνθρωποι είναι μη αναγνώστες, και αντίστροφα αν πολλοί μη αναγνώστες είναι καλλιεργημένοι άνθρωποι, αυτό συμβαίνει γιατί η μη ανάγνωση δεν ισοδυναμεί με την απουσία ανάγνωσης. Πρόκειται για μια συστηματική δραστηριότητα με την οποία ο μη αναγνώστης οργανώνεται απέναντι στην απεραντοσύνη των βιβλίων, προκειμένου να μην τον κατακλύσουν. Υπ’ αυτή την έννοια, είναι άξια υποστήριξης και μάλιστα θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία.

Βέβαια, τίποτε δεν μοιάζει περισσότερο στην απουσία ανάγνωσης από τη μη ανάγνωση, τουλάχιστον για ένα μάτι που δεν είναι εξασκημένο, και τίποτε δεν φαίνεται περισσότερο συναφές με έναν άνθρωπο που δεν διαβάζει από έναν άνθρωπο που δεν διαβάζει. Ωστόσο, η προσεκτική παρατήρηση των δύο ατόμων μπροστά σ’ ένα βιβλίο δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι στηρίζονται σε διαφορετική συμπεριφορά και διαφορετικά κίνητρα.

Στην περίπτωση της απουσίας ανάγνωσης, αυτός που δεν διαβάζει δεν ενδιαφέρεται για το βιβλίο· εδώ ως «βιβλίο» νοείται τόσο το περιεχόμενο όσο και η περίσταση. Έτσι, οι σχέσεις του βιβλίου με τα υπόλοιπα είναι γι’ αυτόν εξίσου αδιάφορες με το περιεχόμενό του, ενώ δεν φοβάται καθόλου μήπως, δείχνοντας ενδιαφέρον μόνο σε ένα βιβλίο, φανεί ότι περιφρονεί τα υπόλοιπα.

Στην περίπτωση της μη ανάγνωσης, το άτομο που δεν διαβάζει απέχει προκειμένου να κατακτήσει, όπως ο βιβλιοθηκάριος του Μούζιλ, την ουσία του βιβλίου που είναι η σχέση του με τα υπόλοιπα. Κάνοντας αυτή την επιλογή, δεν αδιαφορεί για το βιβλίο, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Επειδή αντιλαμβάνεται τη στενή σχέση μεταξύ περιεχομένου και περίστασης, αποφασίζει να ενεργήσει μ’ αυτό τον τρόπο και με μεγαλύτερη νηφαλιότητα από τους περισσότερους αναγνώστες* και αν το καλοσκεφτούμε, με μεγαλύτερο ίσως σεβασμό προς το βιβλίο. __

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Pierre Bayard "Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει", εκδ. Πατάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: